Αγγλικά

working

Ελληνικά
να δουλεύει, να εργάζεται

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
worksΠαράδειγμαMy father works with your brother.ΜετάφρασηΟ πατέρας μου δουλεύει με τον αδελφό σου.
workΠαράδειγμαWomen work.ΜετάφρασηΟι γυναίκες δουλεύουν.
workingΠαράδειγμαHe started working as an actor.ΜετάφρασηΑυτός ξεκίνησε να δουλεύει ως ηθοποιός.
workΠαράδειγμαOur parents did not work together.ΜετάφρασηΟι γονείς μας δεν δούλεψαν μαζί.
workΠαράδειγμαMy sister is without work.ΜετάφρασηΗ αδελφή μου είναι χωρίς δουλειά.

κλίση ρήματος work

PersonPresentPast
Iworkworked
he/she/itworksworked
you/we/theyworkworked
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.