Αγγλικά

woman

Ελληνικά
γυναίκα, γυναίκα (f) (nom/acc), γυναίκας (gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
womanΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαA boy, a woman, a girl.ΜετάφρασηΈνα αγόρι, μία γυναίκα, ένα κορίτσι.
womenΑριθμόςπληθυντικόςΠαράδειγμαThe women and the girls read.ΜετάφρασηΟι γυναίκες και τα κορίτσια διαβάζουν.

Βλέπε επίσης:

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.