Αγγλικά

walked

Ελληνικά
περπατήσει, περπάτησα, περπατήσαμε

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
walksΠαράδειγμαThe girl walks.ΜετάφρασηΤο κορίτσι περπατά.
walkΠαράδειγμαThe woman and the man walk.ΜετάφρασηΗ γυναίκα και ο άντρας περπατούν.
walkedΠαράδειγμαYesterday we walked to the airport.ΜετάφρασηΧθες περπατήσαμε ως το αεροδρόμιο.
walkingΠαράδειγμαThe cat is walking around the food.ΜετάφρασηΗ γάτα περπατάει γύρω από το φαγητό.
walkedΠαράδειγμαMy uncle has walked on that street.ΜετάφρασηΟ θείος μου έχει περπατήσει σε εκείνον το δρόμο.
walkingΠαράδειγμαWalking is good for you.ΜετάφρασηΤο περπάτημα είναι καλό για σένα.
walkΠαράδειγμαHe is going to walk to school.ΜετάφρασηΑυτός πρόκειται να περπατήσει ως το σχολείο.
walkΠαράδειγμαHe goes for a walk with his dog every morning.ΜετάφρασηΑυτός πηγαίνει περίπατο με το σκύλο του κάθε πρωί.

κλίση ρήματος walk

PersonPresentPast
Iwalkwalked
he/she/itwalkswalked
you/we/theywalkwalked
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.