walk

Μετάφραση
περπάτησε, περπατά/περπατάει (3rd s), περπατάμε/-ούμε (1st pl)
The
thewoman
η γυναίκα
η
η (f) (nom sing)
ο (m) (nom sing.)
woman
thewoman
η γυναίκα
η γυναίκα
γυναίκα (f) (nom/acc)
γυναίκα
and
και
κι (if a vowel follows)
κι
the
theman
ο άντρας
ο άνθρωπος
τον
η
η (f) (nom sing)
ο (m) (nom sing.)
man
theman
ο άντρας
ο άνθρωπος
τον
άντρας
άντρας/άνδρας (m) (nom s)
άνθρωπος
walk
περπατούν(ε) (3rd pl)
περπατούν
περπατάω
.
Η γυναίκα και ο άντρας περπατούν.
4 σχόλια
I
iwalkmydog
βγάζω περίπατο το σκύλο μου
περπατώ
εγώ
walk
iwalkmydog
βγάζω περίπατο το σκύλο μου
περπατώ
περπατάω
περπάτησε
περπατούν(ε) (3rd pl)
my
iwalkmydog
βγάζω περίπατο το σκύλο μου
ο σκύλος μου
μου
το...μου
(η/το/ο/τον/την) ... μου
dog
iwalkmydog
βγάζω περίπατο το σκύλο μου
ο σκύλος μου
σκύλο (acc)
σκυλί
σκύλου (gen)
.
Εγώ βγάζω περίπατο το σκύλο μου.
3 σχόλια
The
theelephants
οι ελέφαντες
οι
οι (m/f) (nom pl)
τη/την (f) (acc sing.)
elephants
theelephants
οι ελέφαντες
ελέφαντες (m)(nom/acc)
τους ελέφαντες
ελεφάντων (gen)
walk
περπατούν(ε) (3rd pl)
περπατούν
περπατάω
.
Οι ελέφαντες περπατούν.
0 σχόλια
Προβολή περισσότερων προτάσεων

Όλες οι κλίσεις του walk

PersonPresentPast
Iwalkwalked
he/she/itwalkswalked
you/we/theywalkwalked

Σχετικές συζητήσεις

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.