Αγγλικά

soup

Ελληνικά
σούπα (f)(nom/acc), σούπας (gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
soupΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαShe eats the soup.ΜετάφρασηΑυτή τρώει τη σούπα.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.