Αγγλικά

salt

Ελληνικά
(το) αλάτι (n)(nom/acc)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
saltΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαI have salt and water.ΜετάφρασηΕγώ έχω αλάτι και νερό.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.