salt

Μετάφραση
(το) αλάτι (n)(nom/acc)
I
ihave
εγώ έχω
έχω
σε έχω
εγώ
have
ihave
εγώ έχω
έχω
σε έχω
έχω (1st sing)
έχουμε (1st pl.)
έχουν/έχουνε (3rd pl)
salt
(το) αλάτι (n)(nom/acc)
and
και
water
νερό (n)(nom/acc)
θέλω νερό
το νερό
.
Εγώ έχω αλάτι και νερό.
1 σχόλιο
The
το
salt
(το) αλάτι (n)(nom/acc)
Το αλάτι
1 σχόλιο
It
itisnot
δεν είναι
αυτό δεν είναι
αυτή δεν είναι
είναι
είναι [ο/η]
αυτό
την
το
is
itisnot
δεν είναι
αυτό δεν είναι
αυτή δεν είναι
δεν είναι
δεν
είναι
είναι
not
itisnot
δεν είναι
αυτό δεν είναι
αυτή δεν είναι
δεν είναι
δεν
δεν
όχι
δε
salt
(το) αλάτι (n)(nom/acc)
.
Δεν είναι αλάτι.
Προβολή περισσότερων προτάσεων

Σχετικές συζητήσεις

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.