Αγγλικά

quantity

Ελληνικά
ποσότητας, (η) ποσότητα (f) (nom.)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
quantityΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαThe restaurant uses a large quantity of bread every day.ΜετάφρασηΤο εστιατόριο χρησιμοποιεί μία μεγάλη ποσότητα ψωμιού κάθε μέρα.
quantitiesΑριθμόςπληθυντικόςΠαράδειγμαShe likes to drink red wine in large quantities.ΜετάφρασηΤης αρέσει να πίνει κόκκινο κρασί σε μεγάλες ποσότητες.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.