Αγγλικά

public

Ελληνικά
κοινό, δημόσιος, κοινού

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
publicΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαShe likes him as a personal friend, but not as a man of the public.ΜετάφρασηΤης αρέσει ως προσωπικός φίλος, αλλά όχι ως δημόσιος άντρας.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.