Αγγλικά

private

Ελληνικά
ιδιαίτερη, ιδιωτικά (n) (nom/acc pl), ιδιωτική (f) (nom/acc s)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
privateΠαράδειγμαThe lawyer reads the private answer.ΜετάφρασηΟ δικηγόρος διαβάζει την ιδιωτική απάντηση.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.