Αγγλικά

pain

Ελληνικά
πονάω, πόνο (m) (acc.) (sing.), πόνος (m) (nom.) (sing.)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
painΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαI do not feel the pain when I swim.ΜετάφρασηΔεν αισθάνομαι τον πόνο όταν εγώ κολυμπώ.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.