pain

Μετάφραση
πονάω, πόνο (m) (acc.) (sing.), πόνος (m) (nom.) (sing.)
I
ihaveapain
εχω έναν πόνο
έχω
εγώ έχω
σε έχω
εγώ
have
ihaveapain
εχω έναν πόνο
έχω
εγώ έχω
σε έχω
έχω (1st sing)
έχουμε (1st pl.)
έχουν/έχουνε (3rd pl)
a
ihaveapain
εχω έναν πόνο
έναν (m) (acc)
έναν
μιά
pain
ihaveapain
εχω έναν πόνο
πόνο (m) (acc.) (sing.)
πονάω
πόνος (m) (nom.) (sing.)
here
εδώ
.
Έχω έναν πόνο εδώ.
3 σχόλια
I
ihaveapain
εχω έναν πόνο
έχω
εγώ έχω
σε έχω
εγώ
have
ihaveapain
εχω έναν πόνο
έχω
εγώ έχω
σε έχω
έχω (1st sing)
έχουμε (1st pl.)
έχουν/έχουνε (3rd pl)
a
ihaveapain
εχω έναν πόνο
έναν (m) (acc)
έναν
μιά
pain
ihaveapain
εχω έναν πόνο
πόνο (m) (acc.) (sing.)
πονάω
πόνος (m) (nom.) (sing.)
here
εδώ
.
Έχω έναν πόνο εδώ.
3 σχόλια
I
ido
κάνω
εγώ
do
donot
δεν
δε
μη
κάνεις
κάνουν
κάνουμε (1st pl)
not
donot
δεν
δε
μη
δεν
δε
όχι
feel
αισθάνομαι
νιώθω
νιώθεις
the
τον (m) (acc sing)
τη/την (f) (acc sing.)
τους (m) (acc pl)
pain
πόνο (m) (acc.) (sing.)
πόνος (m) (nom.) (sing.)
πονάω
when
όταν
όταν (affirmative)
πότε (interrogative)
I
εγώ
swim
κολυμπώ
κολυμπάω
κολυμπά
.
Δεν αισθάνομαι τον πόνο όταν εγώ κολυμπώ.
Προβολή περισσότερων προτάσεων

Σχετικές συζητήσεις

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.