Αγγλικά

nose

Ελληνικά
μύτη (f)(nom/acc), μύτης (gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
noseΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαThe actress wants to change her nose.ΜετάφρασηΗ ηθοποιός θέλει ν' αλλάξει την μύτη της.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.