Αγγλικά

money

Ελληνικά
χρήματα (nom. plural), χρήμα (nom.sing.), λεφτά

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
moneyΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαTomorrow I will have more money.ΜετάφρασηΑύριο θα έχω περισσότερα χρήματα.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.