Αγγλικά
love
Ελληνικά
αγαπάω, (να) αγαπήσει (3rd sing), έρωτα (m)(acc/gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
lovesΠαράδειγμαShe loves her children.ΜετάφρασηΑυτή αγαπά τα παιδιά της.
loveΠαράδειγμαI love cats.ΜετάφρασηΕγώ αγαπάω τις γάτες.
lovedΠαράδειγμαHe loved his daughters.ΜετάφρασηΑυτός αγάπησε τις κόρες του.
loveΠαράδειγμαMy friends did not love them.ΜετάφρασηΟι φίλοι μου δεν τους αγάπησαν.
loveΠαράδειγμαShe is in love for the first time!ΜετάφρασηΑυτή είναι ερωτευμένη για πρώτη φορά!

κλίση ρήματος love

PersonPresentPast
Iloveloved
he/she/itlovesloved
you/we/theyloveloved
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.