Αγγλικά

italian

Ελληνικά
ιταλικό, Ιταλίδα (f) (nom/acc) (e), Ιταλός (m) (nom) (eth)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
italianΠαράδειγμαHe is an Italian.ΜετάφρασηΑυτός είναι Ιταλός.
italiansΠαράδειγμαThe Italians read different newspapers.ΜετάφρασηΟι Ιταλοί διαβάζουν διαφορετικές εφημερίδες.
ItalianΠαράδειγμαYou eat the Italian cheese.ΜετάφρασηΤρως το ιταλικό τυρί.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.