hear

Μετάφραση
ακούω, ακούτε, άκου
You
εσείς
εσύ
σου
hear
ακούτε
ακούς
να ακούσετε
a
achild
ένα παιδί
παιδί
ένα
child
achild
ένα παιδί
παιδί
παιδί (n)(nom/acc)
παιδιού (gen)
.
Εσείς ακούτε ένα παιδί.
4 σχόλια
I
εγώ
hear
ακούω
ακούτε
να ακούσετε
her
την
την/τη
ο/η/το/τον/την ... της
.
Την ακούω.
2 σχόλια
I
εγώ
hear
ακούω
να ακούσετε
ακούτε
you
σε
εσένα
σου
.
Σε ακούω.
6 σχόλια
Προβολή περισσότερων προτάσεων

Όλες οι κλίσεις του hear


PersonPresentPast
Ihearheard
he/she/ithearsheard
you/we/theyhearheard

Σχετικές συζητήσεις

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.