Αγγλικά

hand

Ελληνικά
χέρι (n)(nom/acc), χεριού (gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
handΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαI touch his hand.ΜετάφρασηΕγώ αγγίζω το χέρι του.
handsΑριθμόςπληθυντικόςΠαράδειγμαMy hands are dirty.ΜετάφρασηΤα χέρια μου είναι βρώμικα.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.