Αγγλικά

ground

Ελληνικά
έδαφος, (το) χώμα, έδαφος (n) (nom/acc)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
groundΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαWhy is the breakfast on the ground?ΜετάφρασηΓιατί είναι το πρωινό στο έδαφος;
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.