Αγγλικά

fish

Ελληνικά
ψάρι (n) (nom/acc sing), ψάρια (n) (nom/acc pl), ψαρεύω (v)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
fishΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαThe women eat fish.ΜετάφρασηΟι γυναίκες τρώνε ψάρι.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.