Αγγλικά
felt
Ελληνικά
ένιωσε, νιώσει, αισθανθεί

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
feelsΠαράδειγμαTonight she feels different.ΜετάφρασηΑπόψε αυτή αισθάνεται διαφορετική.
feelΠαράδειγμαI feel a spider.ΜετάφρασηΕγώ αισθάνομαι μία αράχνη.
feltΠαράδειγμαAfter the trip, we felt very tired.ΜετάφρασηΜετά το ταξίδι, νιώσαμε πολύ κουρασμένοι.
feltΠαράδειγμαI have never felt this happy.ΜετάφρασηΔεν έχω αισθανθεί ποτέ τόσο ευτυχισμένος.
feelΠαράδειγμαHe did not feel that.ΜετάφρασηΑυτός δεν το ένιωσε εκείνο.

κλίση ρήματος feel

PersonPresentPast
Ifeelfelt
he/she/itfeelsfelt
you/we/theyfeelfelt
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.