Αγγλικά

egg

Ελληνικά
αυγό/αβγό (n) (nom/acc)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
eggΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαThe boy eats an egg.ΜετάφρασηΤο αγόρι τρώει ένα αυγό.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.