Αγγλικά

discover

Ελληνικά
ανακαλύψουν, ανακαλύψουμε, ανακαλύψω

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
discoveredΠαράδειγμαThe Portuguese had discovered Brazil.ΜετάφρασηΟι Πορτογάλοι είχαν ανακαλύψει τη Βραζιλία.
discoverΠαράδειγμαWe are going to discover the problem.ΜετάφρασηΠρόκειται να ανακαλύψουμε το πρόβλημα.

κλίση ρήματος discover

PersonPresentPast
Idiscoverdiscovered
he/she/itdiscoversdiscovered
you/we/theydiscoverdiscovered

Βλέπε επίσης:

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.