Αγγλικά

daughter

Ελληνικά
θυγατέρα, κόρη (f) (nom/acc), κόρης (gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
daughterΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαThe woman is their daughter.ΜετάφρασηΗ γυναίκα είναι η κόρη τους.
daughtersΑριθμόςπληθυντικόςΠαράδειγμαYour daughtersΜετάφρασηΟι κόρες σου
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.