cut

Μετάφραση
κόψει, κόβει, (να) κόψεις (2nd sing)
They
theyhad
είχαν
αυτοί (m)(nom)
αυτά (n)(nom/acc)
αυτά
had
theyhad
είχαν
είχαν
είχατε
είχα
cut
κόψει
κόβω
(να) κόψεις (2nd sing)
a
ένα (n) (nom/acc)
ένα
έναν (m) (acc)
piece
κομμάτι
δημοσίευμα
μέρος
of
της
των (pl.)
του (m/n) (gen. sing.)
cheese
τυρί (n)(nom/acc)
το τυρί
.
Αυτοί είχαν κόψει ένα κομμάτι τυρί.
2 σχόλια
We
wehad
είχαμε
εμείς
(can be omitted)
μας
had
wehad
είχαμε
είχαμε
είχατε
είχαν
cut
κόψει
κόβω
(να) κόψεις (2nd sing)
the
το (n) (nom/acc sing.)
το
τον (m) (acc sing)
bread
ψωμί (n)(nom/acc)
ψωμιού (n)(gen)
ψωμιού
.
Εμείς είχαμε κόψει το ψωμί.
1 σχόλιο
These
thesescissors
Αυτό το ψαλίδι
αυτά
αυτά τα (n)(nom/acc)
αυτοί οι (m)(nom)
scissors
thesescissors
Αυτό το ψαλίδι
ψαλίδι
ένα ψαλίδι
do
donot
δεν
δε
μη
κάνεις
κάνουν
κάνουμε (1st pl)
not
donot
δεν
δε
μη
δεν
όχι
δε
cut
κόβει
κόβουν
κόβω
well
καλά
λοιπόν
ωραία
.
Αυτό το ψαλίδι δεν κόβει καλά.
4 σχόλια
Προβολή περισσότερων προτάσεων

Όλες οι κλίσεις του cut

PersonPresentPast
Icutcut
he/she/itcutscut
you/we/theycutcut
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.