crime

Μετάφραση
έγκλημα (n) (nom/acc), εγκλήματος (gen)
The
το
τα
οι
crime
έγκλημα (n) (nom/acc)
εγκλήματος (gen)
Το έγκλημα
1 σχόλιο
The
το
τα
οι
crime
έγκλημα (n) (nom/acc)
εγκλήματος (gen)
Το έγκλημα
1 σχόλιο
Crime
crimedoesnotpay
το έγκλημα δεν αποδίδει
έγκλημα (n) (nom/acc)
εγκλήματος (gen)
does
crimedoesnotpay
το έγκλημα δεν αποδίδει
δεν
not
crimedoesnotpay
το έγκλημα δεν αποδίδει
δεν
δεν
όχι
pay
crimedoesnotpay
το έγκλημα δεν αποδίδει
πληρώνουμε
πλήρωσε
πληρώσεις
.
Το έγκλημα δεν αποδίδει.
Προβολή περισσότερων προτάσεων

Σχετικές συζητήσεις

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.