Αγγλικά

crime

Ελληνικά
έγκλημα (n) (nom/acc), εγκλήματος (gen)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΑριθμόςΠαράδειγμαΜετάφραση
crimeΑριθμόςενικόςΠαράδειγμαCrime does not pay.ΜετάφρασηΤο έγκλημα δεν αποδίδει.
crimesΑριθμόςπληθυντικόςΠαράδειγμαThere were nine crimes in one month.ΜετάφρασηΥπήρχαν εννέα εγκλήματα μέσα σε ένα μήνα.
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.