born

Μετάφραση
γεννήθηκα, γεννηθεί, γεννημένος
Children
παιδιά (n)(nom/acc)(pl)
τα παιδιά
(των) παιδιών (gen)
are
areborn
γεννιούνται
είναι
born
areborn
γεννιούνται
γεννιούνται
γεννηθεί
γεννήθηκα
each
eachday
κάθε μέρα
κάθε
day
eachday
κάθε μέρα
ημέρα/μέρα (f) (nom/acc)
τη μέρα
.
Παιδιά γεννιούνται κάθε μέρα.
0 σχόλια
When
πότε (interrogative)
πότε
όποτε (=whenever)
were
weretheyborn
γεννήθηκαν
ήταν
ήταν (3rd sing/pl)
ήσουν
they
weretheyborn
γεννήθηκαν
αυτοί (m)(nom)
αυτά (n)(nom/acc)
αυτά
born
weretheyborn
γεννήθηκαν
γεννήθηκα
γεννηθεί
γεννιούνται
?
Πότε γεννήθηκαν;
1 σχόλιο
I
iwasborn
γεννήθηκα
ήμουν
βρισκόμουν
εγώ
was
iwasborn
γεννήθηκα
ήμουν
βρισκόμουν
γεννήθηκε
ήταν (3rd sing)
ήταν
born
iwasborn
γεννήθηκα
γεννήθηκε
γεννήθηκα
γεννημένος
γεννιούνται
there
εκεί
.
Γεννήθηκα εκεί.
2 σχόλια

Σχετικές συζητήσεις

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.