Αγγλικά

assumed

Ελληνικά
υποθέσει, εικάσει, θεωρήσει

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
assumesΠαράδειγμαHe assumes that his friends are here.ΜετάφρασηΑυτός υποθέτει ότι οι φίλοι του είναι εδώ.
assumedΠαράδειγμαShe has assumed I was happy.ΜετάφρασηΑυτή έχει υποθέσει ότι ήμουν ευτυχισμένος.
assumeΠαράδειγμαWe are going to assume that our son was at school.ΜετάφρασηΠρόκειται να υποθέσουμε ότι ο γιος μας ήταν στο σχολείο.

κλίση ρήματος assume

PersonPresentPast
Iassumeassumed
he/she/itassumesassumed
you/we/theyassumeassumed
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.