Αγγλικά

answer

Ελληνικά
απάντηση, (να) απαντήσω (1st sing), απάντησε/απάντα (imp sin)

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
answersΠαράδειγμαHe answers his father.ΜετάφρασηΑυτός απαντά στον πατέρα του.
answeredΠαράδειγμαNobody answered my question.ΜετάφρασηΚανείς δεν απάντησε στην ερώτησή μου.
answerΠαράδειγμαYou did not answer my question!ΜετάφρασηΔεν απάντησες στην ερώτησή μου!
answerΠαράδειγμαYour question does not have an answer.ΜετάφρασηΗ ερώτησή σου δεν έχει απάντηση.
answersΠαράδειγμαThe answersΜετάφρασηΟι απαντήσεις

Βλέπε επίσης:

Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.