Αγγλικά

allow

Ελληνικά
επιτρέψουν, επιτρέψω, επιτρέπει

Παραδείγματα προτάσεων

ΛέξηΠαράδειγμαΜετάφραση
allowsΠαράδειγμαThe dog goes out when she allows it.ΜετάφρασηΟ σκύλος βγαίνει έξω όταν αυτή το επιτρέπει.
allowedΠαράδειγμαShe has allowed the artist to cook.ΜετάφρασηΑυτή έχει επιτρέψει στον καλλιτέχνη να μαγειρέψει.
allowΠαράδειγμαThe governor is going to allow this.ΜετάφρασηΗ κυβερνήτης πρόκειται να το επιτρέψει αυτό.

κλίση ρήματος allow

PersonPresentPast
Iallowallowed
he/she/itallowsallowed
you/we/theyallowallowed
Μάθε Αγγλικά αφιερώνοντας μόνο 5 λεπτά τη μέρα. Δωρεάν.